Ο άνθρωπος που έχει επισκεφθεί εκατοντάδες υπόγειους χώρους προστασίας στην Αττική μιλάει στο Newsbeast για το πότε και πώς κατασκευάστηκαν και αποκαλύπτει γιατί δεν θα πήγαινε ποτέ να προστατευτεί στο μετρό.
Συνέντευξη στον Γεώργιο Σαρρή
Κρυμμένα στα υπόγεια πολυκατοικιών, ξεχασμένα σε δημόσια κτήρια, εγκατεστημένα στα θεμέλια μεγάλων βιομηχανιών ή σφραγισμένα πίσω από σκουριασμένες πόρτες, τα αντιαεροπορικά καταφύγια της Αθήνας αποτελούν ένα αθέατο δίκτυο που ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορία και την εγκατάλειψη. Παρότι δημιουργήθηκαν σε εποχές έντασης και φόβου, σήμερα παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα για τους περισσότερους πολίτες -σχεδόν φανταστικά.
Σε και πόλη που έχει βιώσει πολέμους, έντονες πολιτικές αναταράξεις και φυσικές καταστροφές, το ερώτημα παραμένει επίμονο: υπάρχει πραγματική πρόβλεψη για την προστασία του άμαχου πληθυσμού ή πρόκειται για μια ξεχασμένη υποδομή χωρίς ρόλο στο παρόν; Ο συγγραφέας και ερευνητής Κωνσταντίνος Κυρίμης έχει αφιερώσει αρκετά χρόνια από τη ζωή του στην καταγραφή και μελέτη αυτών των χώρων. Μέσα από την έρευνά του και την επίσκεψη σε περίπου 150 μικρά και μεγάλα καταφύγια, αναδεικνύει μιλώντας στο Newsbeast όχι μόνο την ιστορική τους σημασία, αλλά και τα κενά μιας σύγχρονης πραγματικότητας όπου η έννοια της πολιτικής προστασίας παραμένει θολή για τον μέσο πολίτη.
Η συντριπτική πλειοψηφία των καταφυγίων έχει δημιουργηθεί όπως μας λέει, την περίοδο από το 1936, όταν το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά επέβαλε την υποχρεωτική κατασκευή τους σε κάθε νεόδμητο κτήριο, έως και την κατάργηση του σχετικού νόμου το 1956. Χάρις σε αυτή τη διάταξη δημιουργήθηκαν δεκάδες χιλιάδες τέτοιο χώροι. Μόνο στην Αττική, εκτιμάται ότι κατασκευάστηκαν περίπου 15.000 καταφύγια – ένας αριθμός που αποκαλύπτει την κλίμακα της τότε προετοιμασίας.
Εκείνη την εποχή υπήρχε ένα οργανωμένο σύστημα παθητικής αεράμυνας που συνδύαζε υποδομές, εκπαίδευση και κοινωνική πειθαρχία. Γιατί, όπως επισημαίνει, τα καταφύγια δεν ήταν ποτέ απλώς κατασκευές από σκυρόδεμα. Αποτελούσαν το μισό μέρος της εξίσωσης. Το υπόλοιπο 50% αφορούσε την εκπαίδευση των πολιτών: από σχολικά μαθήματα και υποχρεωτικά σεμινάρια για δημόσιους υπαλλήλους, μέχρι ασκήσεις ετοιμότητας και θεσμούς όπως ο «οικοφύλακας», υπεύθυνος για τη λειτουργία κάθε καταφυγίου σε συνθήκες κρίσης. Μια ολόκληρη «κουλτούρα άμυνας», που επέτρεπε στον πληθυσμό να αντιδρά οργανωμένα και χωρίς πανικό, ακόμη και υπό την απειλή βομβαρδισμών.
Στη σύγχρονη εποχή, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Η τεχνολογία των «έξυπνων» όπλων έχει μειώσει την ανάγκη για μαζικά καταφύγια, ενώ η έμφαση μετατοπίζεται πλέον στην ενεργητική άμυνα και την πρόληψη των πληγμάτων. Παράλληλα, η απουσία εκπαίδευσης και εξοικείωσης του πληθυσμού με τέτοιες καταστάσεις δημιουργεί ένα κρίσιμο κενό: ακόμη κι αν οι υποδομές υπάρχουν, η κοινωνία δεν είναι προετοιμασμένη να τις αξιοποιήσει.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα καταφύγια διαθέτουμε ή σε τι κατάσταση βρίσκονται, αλλά κατά πόσο θα μπορούσαν πραγματικά να λειτουργήσουν σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκη και, κυρίως, πώς θα αντιδρούσαν οι ίδιοι οι πολίτες. Η εικόνα συνωστισμού κάθε πρωί σε έναν χώρο όπως το μετρό, όπως χαρακτηριστικά περιγράφει, λειτουργεί περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως σενάριο. Ίσως γι’ αυτό η απάντησή του στο υποθετικό ενδεχόμενο μιας εχθρικής αεροπορικής επίθεσης ακούγεται τόσο απλή όσο και αποκαλυπτική: «Αν γινόταν κάτι, θα έμενα σπίτι μου» αναφέρει χαρακτηριστικά. Μια φράση που συνοψίζει όχι μόνο την προσωπική του στάση, αλλά και τα όρια μιας ολόκληρης εποχής που, παρά την τεχνολογική της πρόοδο, μοιάζει λιγότερο προετοιμασμένη από ποτέ για το απρόβλεπτο. Την ίδια ώρα όμως, ορθώς κατά τον συγγραφέα και ερευνητή, το κράτος επενδύει στην πρόληψη. Στην προμήθεια αμυντικών συστημάτων και στη δημιουργία «ομπρέλας» προστασίας πάνω από την επικράτεια, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο πρώτης ενός πυραύλου ή ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους (drone) στο έδαφος και πολύ περισσότερο εντός του αστικού ιστού.
Η κουβέντα με τον κ. Κυρίμη είναι αποκαλυπτική και εξαρχής συμφωνήσαμε να γίνει στον ενικό, προκειμένου να αποδοθεί με μεγαλύτερη αμεσότητα και φυσικότητα μια συζήτηση που κινήθηκε όχι μόνο γύρω από την ιστορική έρευνα, αλλά και γύρω από πολύ σύγχρονα, ερωτήματα για το πόσο έτοιμοι είμαστε πραγματικά απέναντι σε μια κρίση.
-Πώς ξεκίνησες την ενασχόληση με τα καταφύγια;
Βιοποριστικά δεν έχω σχέση με αυτό το αντικείμενο, είμαι αναλυτής πληροφορικής σε ασφαλιστική εταιρεία. Ωστόσο από μικρός μου άρεσε η ιστορία, ειδικά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα με γοήτευε ό,τι είναι αθέατο και υπόγειο – σπηλιές, στοές, κ.λπ. Στα καταφύγια κατάφερα να συνδυάσω και τα δύο ενδιαφέροντα.
Όταν πληροφορήθηκα την ύπαρξη ενός καταφυγίου στον Πειραιά, εντυπωσιάστηκα και το αναζήτησα από καθαρή περιέργεια. Το εντόπισα και μπήκα μέσα με κάπως ανορθόδοξο τρόπο. Ήταν πολύ κοντά στο λιμάνι, στην ευρύτερη περιοχή κοντά στον ΟΛΠ. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση ο χώρος, και άρχισα να αναρωτιέμαι: ποιος έφτιαξε αυτά τα καταφύγια, πόσα είναι, πού είναι, τι χαρακτηριστικά είχανε. Ξεκίνησα να τα ερευνώ και στην πορεία διαπίστωσα ότι τα περισσότερα από αυτά είχαν κατασκευαστεί κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά και είχαν παίξει έναν πολύ σημαντικό ρόλο τότε.
-Πώς τα εντόπισες; Από μαρτυρίες ή αρχεία;
Στην αρχή, οι πρώτες πληροφορίες προήλθαν από άτομα που είχαν επισκεφθεί κάποια καταφύγια, όχι οργανωμένα ή στο πλαίσιο έρευνας, αλλά περισσότερο από περιέργεια, ψάχνοντας τη λεγόμενη «Υπόγεια Αττική».
Έτσι, ξεκίνησα με αναζητήσεις στο διαδίκτυο και στη συνέχεια άρχισα να ρωτάω γνωστούς, άτομα με παρόμοια ενδιαφέροντα κ.λπ.
-Πότε άρχισε αυτή η έρευνα;
Η έρευνά μου ξεκίνησε το 2012. Από τότε άρχισα να μιλάω με ανθρώπους, να αποκτώ σταδιακά πρόσβαση σε αρχεία και να ερευνώ σε βιβλιοθήκες. Γενικά, η διαδικασία ήταν αρκετά δύσκολη. Τόσο η έρευνα, όσο κι ακόμη περισσότερο, η αδειοδότηση. Υπήρχαν καταφύγια που τα «κυνηγούσα» με χαρτιά, τηλέφωνα και email για έξι μήνες, προκειμένου να εξασφαλίσω άδεια πρόσβασης.
-Ποιος δίνει την άδεια;
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος φορέας. Διοικητικά τα καταφύγια ανήκουν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά στην πράξη η άδεια δίνεται κατά περίπτωση από τον αρμόδιο. Για παράδειγμα, σε μια πολυκατοικία πρέπει να βρεις τον διαχειριστή, σε ένα ίδρυμα τη διοίκηση, σε ένα εργοστάσιο τη διεύθυνση, ενώ σε έναν δημοτικό χώρο τις υπηρεσίες του Δήμου. Κάθε φορά πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική διαδικασία, μια μικρή περιπέτεια ως προς το ποιον πρέπει να προσεγγίσεις και πώς. Συχνά χρειάζεται και «κοινωνική μηχανική» για να πετύχεις τον στόχο σου.
-Τα καταφύγια αυτά είναι όλα της περιόδου Μεταξά ή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;
Όλα χρονολογούνται μεταξύ 1936 και 1956. Το 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς θεσπίζει Αναγκαστικό Νόμο για την κατασκευή καταφυγίων σε κάθε νεόδμητο κτίριο, ο οποίος παραμένει σε ισχύ έως τα τέλη του 1956. Άρα, τον Δεκέμβριο του 1956 έχουμε τα τελευταία «αμιγή» καταφύγια. Ό,τι κατασκευάστηκε μετά, δεν είναι ουσιαστικά καταφύγιο, αλλά υπόγειος χώρος που απλώς χαρακτηρίστηκε ως τέτοιος.
-Σήμερα, αυτά τα καταφύγια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης;
Καταρχάς, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η σημασία των καταφυγίων έχει μειωθεί σημαντικά. Είχαν τεράστια σημασία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι βομβαρδισμοί γίνονταν μαζικά με μη κατευθυνόμενες βόμβες («carpet bombing»). Δηλαδή, αεροσκάφη περνούσαν και έριχναν βόμβες που έπεφταν απλώς με τη βαρύτητα, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται εκτεταμένες περιοχές. Εάν σκόπευαν π.χ. να χτυπήσουν τη Βουλή, θα περνούσαν δεκάδες αεροσκάφη ρίχνοντας εκατοντάδες βόμβες, θα καταστρέφονταν τα πάντα από το Μοναστηράκι μέχρι τον Ευαγγελισμό και μέσα σε αυτό το τμήμα θα καταστρεφόταν και η Βουλή.
Τώρα δεν υπάρχει αυτή η ανάγκη. Σήμερα οι βομβαρδισμοί γίνονται με «έξυπνα» όπλα, που εκτοξεύονται από μεγάλες αποστάσεις (π.χ. 200 χλμ. μακριά) και πλήττουν στόχους με μεγάλη ακρίβεια. Αν κάποιος θέλει να χτυπήσει ένα συγκεκριμένο κτήριο, μπορεί να επιλέξει ακόμα και τον όροφο που θα χτυπήσει η βόμβα, με απόκλιση λίγων μέτρων. Αυτό σημαίνει ότι τα θύματα είναι πολύ λιγότερα. Αν, λοιπόν, είχαμε ένα μεγάλο κονδύλι για την άμυνα, θα έλεγα ότι είναι προτιμότερο να επενδύσουμε σε ενεργητική αεράμυνα, δηλαδή σε συστήματα αναχαίτισης, παρά στο πώς να αμυνθούμε από το πλήγμα. Καλύτερα να καταρρίψεις το αεροσκάφος-φορέα ή να καταστρέψεις το όπλο, παρά να προστατευτείς από δεδομένα πλήγματα.
-Άρα πρακτικά δεν έχουμε καταφύγια;
Καταφύγια υπάρχουν, με την έννοια ότι διατηρούνται οι υποδομές που υπήρχαν και τότε. Ωστόσο θα έλεγα ότι λειτουργούν περισσότερο για ψυχολογικούς λόγους ή ως λύση έσχατης ανάγκης. Δηλαδή αν κάποιος μου έλεγε ότι μένει δίπλα σε ένα εργοστάσιο ή στο λιμάνι, που είναι στόχοι προτεραιότητας, τότε μάλλον περισσότερο για ψυχολογικούς λόγους, θα του έλεγα να καταφύγει εκεί. Αλλά εγώ, αν γινόταν κάτι, θα έμενα σπίτι μου! Τα καταφύγια, κάτι που δεν καταλαβαίνουν αρκετοί, είναι πως δεν είναι μόνο το κατασκευαστικό κομμάτι. Δηλαδή κάποιοι νομίζουν ότι αν έχουμε το καταφύγιο, θα μπούμε μέσα και θα σωθούμε.
Το καθεστώς Μεταξά όταν έστησε την Παθητική Αεράμυνα και τα καταφύγια το 1936, είχε καταλάβει καλά ότι 50% της προστασίας είναι η κατασκευή, αλλά το άλλο 50% είναι η εκπαίδευση. Δηλαδή το να πας σε ένα καταφύγιο, έχει συγκεκριμένους τρόπους που πρέπει να συμπεριφερθείς, τι να κάνεις, τι να μην κάνεις, να μην έχεις πανικό – να έχεις πάρει την ψυχρολουσία του ότι βρίσκομαι, ας πούμε, στο σκοτάδι με άλλους 300 μαζί. Εγώ, στις περιηγήσεις που κάνω με ένα τουριστικό γραφείο, πηγαίνουμε σε κάποια καταφύγια και κάνουμε μια ιστορική αναδρομή. Σε κάθε περιήγηση έρχεται κάποιος στο τέλος και μου λέει, «στο πρώτο καταφύγιο που πήγαμε ήμουν πάρα πολύ αγχωμένος και φοβισμένος, στο δεύτερο έτσι κι έτσι, στο τρίτο σαν να έπινα καφέ, το συνήθισα». Δηλαδή είναι ένα σοκ το να μπεις σε αυτούς τους χώρους υπό δύσκολες συνθήκες και καλό είναι να το έχεις κάνει απ’ την περίοδο της ειρήνης.
-Αυτό θα έπρεπε να το αναλαμβάνει η Πολιτική Προστασία;
Σωστά. Τότε που δούλευε το σύστημα, επί Μεταξά, σκέψου ότι οι μαθητές είχαν υποχρεωτικό μάθημα την αεράμυνα, τα παιδιά τα έστελνε το κράτος το καλοκαίρι σε summer camp με εξειδίκευση στην παθητική αεράμυνα και κάνανε συνέχεια ασκήσεις, πάρα πολύ ρεαλιστικές και έντονες μέσα στην πόλη. Οι δε δημόσιοι υπάλληλοι από το 1938 και μετά έπρεπε υποχρεωτικά να έχουνε περάσει σεμινάρια παθητικής αεράμυνας. Σε όλα τα αστυνομικά τμήματα λειτουργούσαν τα λεγόμενα «σχολεία λαϊκής διαφώτισης» που το απογεύματα ανακοίνωναν τα αστυνομικά τμήματα ότι π.χ. σήμερα θα κάνουμε μαθήματα παθητικής αεράμυνας και πήγαινε όλη η γειτονιά να παρακολουθήσει.
Το ίδιο γινόταν και στα πανεπιστήμια όπου μετέβαιναν στρατιωτικοί και παρέδιδαν μαθήματα παθητικής αεράμυνας. Στις μέρες μας εάν επιχειρήσει στρατιωτικός να μπει σε πανεπιστήμιο μπορεί και να τον λιντσάρουν. Έχει χαθεί η «κουλτούρα άμυνας» που υπήρχε εκείνη την εποχή. Άρα, το ερώτημα δεν είναι πώς θα φτιάξουμε χιλιάδες καταφύγια αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά πώς θα αναπτύξουμε πρώτα μια κουλτούρα άμυνας, να εκμεταλλευτούμε αυτά που έχουμε εδώ και στο βαθμό που μπορούμε να τα εκμεταλλευτούμε και μετά βλέπουμε και το λοιπό κατασκευαστικό κομμάτι.
-Στο μετρό μπορεί να καταφύγει κάποιος σε μια ώρα ανάγκης;
Αυτό με το μετρό το ακούω πάρα πολύ συχνά, αλλά θα ήταν το τελευταίο σημείο που θα πήγαινα. Χρησιμοποιώ μετρό κάθε μέρα. Αν πας 9 η ώρα το πρωί στο Σύνταγμα, όλοι είναι έτοιμοι να σε ποδοπατήσουν. Δεν έχουμε ούτε καν την απλή κουλτούρα πως όταν ανοίγουν οι πόρτες των συρμών, πρώτα βγαίνουν αυτοί που είναι στο βαγόνι και μετά μπαίνουν οι νέοι επιβάτες. Σπρώχνονται και βρίζονται. Σκέψου λοιπόν τώρα αυτό να συμβεί εν καιρώ πολέμου με σειρήνες, συναγερμούς και τα βομβαρδιστικά να έρχονται και να θέλουν να μπουν 5.000 στο μετρό… Οι 200 θα πεθάνουν από ποδοπάτημα και 2 από τον πύραυλο. Γι’ αυτό λέω ότι η εκπαίδευση είναι σημαντική.
Σκέψου ότι το 1940, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, λόγω της εντατικής εκπαίδευσης, είχαν καταφέρει οι άνθρωποι να κάνουν το εξής: Σε κάθε καταφύγιο υπήρχε ένας υπεύθυνος του καταφυγίου, ο λεγόμενος Οικοφύλακας, ο οποίος πέρναγε ειδικό σχολείο για να έχει αυτή την ιδιότητα και αυτό μεταξύ των αρμοδιοτήτων του ήταν να βρίσκεται στην είσοδο κι όταν γέμιζε το καταφύγιο (δηλ. κάλυπτε τη συγκεκριμένη χωρητικότητα που προβλεπόταν) δεν άφηνε άλλους να μπουν μέσα. Και ο κόσμος είχε εκπαιδευτεί και είχε καταλάβει ότι θα έπρεπε να πάει ήρεμα αλλού, σε άλλο καταφύγιο. Σκέψου στις μέρες μας ένας αντίστοιχος Οικοφύλακας να πει πως «έχουμε γεμίσει, πηγαίνετε αλλού». Θα πέσουν να τον «φάνε» και θα μπούνε όλοι μέσα στο καταφύγιο, ο ένας πάνω στον άλλον. Οπότε, γι’ αυτό επιμένω ότι δεν είναι μόνο το καταφύγιο που θα πρέπει να υπάρχει αλλά και η «κουλτούρα του καταφύγιου και της προστασίας».
-Θα μπορούσε σήμερα η Πολιτεία να επαναφέρει μια τέτοια κουλτούρα Πολιτικής Προστασίας, από τη στιγμή που δεν έχουμε καταφύγια; Πρακτικά, απ’ ό,τι κατάλαβα, δεν έχουμε, αυτά που υπάρχουν είναι μουσειακό είδος.
Ακόμα και για ψυχολογικούς λόγους, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια που έχουμε, εν καιρώ πολέμου. Από το να βρεθεί ένας άνθρωπος στον δρόμο και να ουρλιάζει σοκαρισμένος, ας απολαύσει την ψευδαίσθηση πως είναι απολύτως ασφαλής στο καταφύγιο. Δεν είναι βέβαια απολύτως ασφαλής, αλλά σίγουρα είναι περισσότερο από το να βρισκόταν στον δρόμο.
Συν τοις άλλοις η συντήρηση των καταφυγίων έχει κι ένα μεγάλο λειτουργικό κόστος. Δεν το κατασκευάζεις απλώς και το αφήνεις εκεί να υπάρχει, πρέπει να υπάρχει και συντήρηση. Την εποχή του Μεταξά π.χ. ο υπεύθυνος κάθε καταφυγίου ήταν υποχρεωμένος να το διατηρεί σε άψογη κατάσταση. Ο δε εκάστοτε Οικοφύλακας, περνούσε υποχρεωτικά από Σχολείο Αεράμυνας διάρκειας από μια εβδομάδα έως έναν μήνα, ανάλογα με το μέγεθος του καταφυγίου.
-Υπάρχουν αστικοί μύθοι που συνάντησες για την «υπόγεια Αθήνα» και καταρρίφθηκαν από την έρευνά σου;
Βεβαίως. Καθώς εξερευνούσα τα καταφύγια, διάβαζα πολλές τερατώδεις ιστορίες ότι π.χ. ότι κάποιος μπήκε σε ένα καταφύγιο, βρέθηκε στην Πεντέλη, στον Λυκαβηττό, στη Βουλή, προχωρούσε χιλιόμετρα, όλα ενώνονται μεταξύ τους, κλπ. Τεράστια παραφιλολογία. Σου λέω μετά βεβαιότητας και έχοντας μπει σε περίπου 150 καταφύγια, ότι κανένα καταφύγιο δεν συνδέεται με το άλλο, ούτε υπερφυσικά φαινόμενα υπάρχουν. Τα καταφύγια κόστιζαν αρκετά χρήματα για να τα κατασκευάσεις, άρα δεν ήταν δόκιμο να κατασκευάζεις στοές χιλιομέτρων. Το ζητούμενο ήταν να φτιάξεις έναν χώρο να προστατευτείς και να έχεις μία ή δύο στοές, για να εξέλθεις με ασφάλεια σε ένα κοντινό σημείο, εάν γινόταν έμφραξη της κύριας εισόδου. Δηλαδή π.χ. σε ένα καταφύγιο μιας πολυκατοικίας, φτιαχνόταν μια στοά για να βγεις στο απέναντι πεζοδρόμιο, μια απόσταση λίγων μέτρων.
-Τώρα είναι κλειστά όλα αυτά τα καταφύγια που υπήρχαν τότε ή είναι προσβάσιμα;
Όχι, προσβάσιμα για το κοινό δυστυχώς δεν είναι. Η φιλοσοφία τη δεκαετία του ’40 ήταν πως πριν ξεσπάσει ο πόλεμος θα πρέπει να ξέρουμε ποια είναι τα καταφύγια και ποιες ιδιαιτερότητες έχει το καθένα. Π.χ. κοντά στην οικία σου γνώριζες ποιά είναι τα κοντινότερα καταφύγια. Ομοίως, αν βρισκόσουν στη δουλειά σου, ποιά είναι τα πλησιέστερα. Άρα ο κόσμος είχε εξοικειωθεί και ήξερε πού είναι τα καταφύγια που ήταν κοντά στους χώρους που σύχναζε. Τώρα η φιλοσοφία είναι ότι «αν ξεκινήσει ο πόλεμος, θα σας πούμε εκείνη τη στιγμή». Για να πω την αλήθεια δεν μου φαίνεται και πάρα πολύ λειτουργική αυτή η πρακτική.
-Ποια είναι το πιο παράξενο αντικείμενο που έχεις βρει μέσα σε ένα καταφύγιο;
Πρώτα απ’ όλα είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεις πράγματα εποχής, γιατί όσο και να έχουμε την ψευδαίσθηση και να θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπήκαμε εμείς πρώτοι, πάντα, έστω και πριν 20, 30 ή 40 χρόνια έχει μπει κάποιος και έχει δει κάτι και το έχει πάρει. Είναι πολύ σπάνιο να βρούμε αυθεντικά αντικείμενα. Θυμάμαι ότι είχα βρει μια αφίσα που είχε τις αυθεντικές οδηγίες αεράμυνας εκείνης της εποχής. Το τί πρέπει να κάνουμε ή να μην κάνουμε μέσα στο καταφύγιο.
Σε ένα άλλο καταφύγιο είχα βρει μια πεταμένη κονσέρβα από τη δεκαετία του 1950, από την UNRA (σ.σ. η UNRRA ήταν ο Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών που ιδρύθηκε για να παρέχει βοήθεια στον πληθυσμό μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου). Βεβαίως είναι και λίγο… χρονοκάψουλες, θα έλεγα. Θυμάμαι σε ένα άλλο καταφύγιο που είχα πάει, βρήκα ένα κουτί από ένα παγωτό που έτρωγα τη δεκαετία του 1980 ως πιτσιρικάς. Προφανώς δεν έχουν κάποια ιστορική αξία αυτά, αλλά πραγματικά λόγω του γεγονότος ότι δεν έχουν επισκεφτεί τα συγκεκριμένα σημεία άνθρωποι για πολύ καιρό, μπορεί να βρεις διάφορα ξεχασμένα πράγματα εκεί.
-Τον περασμένο Νοέμβριο ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη Ιωάννης Λαμπρόπουλος, σε απάντηση ερώτησης που του είχε απευθύνει στη Βουλή ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης Κυριάκος Βελόπουλος είχε αναφέρει πως αυτή τη στιγμή πανελλαδικά έχουν χαρακτηριστεί ως καταφύγια 2.892 χώροι, συνολικής χωρητικότητας 1.981.514 ατόμων. Υπάρχουν πράγματι τόσα πολλά;
Ξέρω με σιγουριά ότι το 1940 όταν ξεκίνησε ο πόλεμος είχαμε 12.000 καταφύγια στην Αττική. Ξέρουμε επίσης ότι έως το 1956 που έγινε η άρση του νόμου Μεταξά για τη δημιουργία καταφυγίων σε πολυκατοικίες υπήρχαν άλλα περίπου 3.000 οικοδομήματα με αυτές τις παροχές, οπότε συνολικά κατασκευάστηκαν σίγουρα περίπου 15.000. Οπότε μισό αιώνα αργότερα δεν μου κάνει εντύπωση ένα τέτοιο νούμερο, φαίνεται ρεαλιστικό. Απλώς δεν γνωρίζω σε τι κατάσταση βρίσκονται. Έχω δει από ετοιμόρροπους χώρους που λες «αποκλείεται να βγω αρτιμελής από εδώ, έως καταφύγια που είναι πεντακάθαρα και καλοσυντηρημένα. Τώρα για τη χωρητικότητα των 2 εκατομμυρίων, διατηρώ αρκετές επιφυλάξεις. Βγαίνει περίπου 650-700 άτομα ανά καταφύγιο, κάτι που δε μου φαίνεται ρεαλιστικό.
Η τρίτομη αυτοέκδοση του Κωνσταντίνου Κυρίμη σχετικά με τα αντιαεροπορικά καταφύγια της Αττικής είναι διαθέσιμες κατόπιν επικοινωνίας μαζί του στο email: [email protected]. Το δίτομο έργο του «Τα καταφύγια της Αττικής 1936-56» είναι διαθέσιμο κατόπιν επικοινωνίας με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Οργανωμένες επισκέψεις σε επιλεγμένα καταφύγια πραγματοποιούνται από το ταξιδιωτικό γραφείο Kedros Travel, με τη συμμετοχή του συγγραφέα. Η επόμενη ξενάγηση θα πραγματοποιηηθεί το Σάββατο 25 Απριλίου. Πληροφορίες στο email: [email protected].




















