Οι σκηνές που εκτυλίσσονται στην Τεχεράνη μοιάζουν με την Αποκάλυψη: ουρανός που φωτίζεται από συνεχείς βομβαρδισμούς, τοξικά μαύρα σύννεφα καπνού που πνίγουν την πόλη, δρόμοι πλημμυρισμένοι από πανικόβλητους οδηγούς που κάνουν αναστροφή μόλις δουν ένα μπλόκο, νομίζοντας ότι έρχονται οι επόμενες βόμβες. Για πολλούς Ιρανούς, η αρχική αγαλλίαση μπροστά στην προοπτική κατάρρευσης ενός πενηντάχρονου θεοκρατικού καθεστώτος έδωσε γρήγορα τη θέση της στην οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι ο πόλεμος δεν φέρνει ούτε ελευθερία ούτε ασφάλεια, μόνο περισσότερα ερείπια. Ανάμεσα στους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ και στην ωμή καταστολή ενός συστήματος που επιμένει να επιβιώσει πάση θυσία, πάνω από 90 εκατομμύρια άνθρωποι στο Ιράν ζουν σήμερα σε ένα τοπίο φόβου, σύγχυσης και βαθιάς δυσπιστίας προς όλους.
Τους τελευταίους εννέα μήνες η χώρα βυθίζεται διαδοχικά σε κρίσεις: έναν σύντομο αλλά σκληρό πόλεμο με το Ισραήλ τον Ιούνιο, μια ανελέητη οικονομική κατάρρευση, ένα αιματηρό πανεθνικό κύμα διαδηλώσεων που καταπνίγηκε με χιλιάδες νεκρούς τον Ιανουάριο. Πάνω σε αυτά ήρθαν, από τις 28 Φεβρουαρίου, οι συντονισμένες αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις με στόχο στρατιωτικές, μυστικές υπηρεσίες και αστυνομικές υποδομές, που όμως χτυπούν και την ίδια την καθημερινότητα των πολιτών – από τα πρατήρια καυσίμων ως τις μονάδες αφαλάτωσης σε μια χώρα που ήδη απειλείται από υδάτινη κρίση. Η Ουάσιγκτον καλεί τους Ιρανούς «να μείνουν στα σπίτια τους για την ασφάλειά τους», την ίδια στιγμή που προειδοποιεί ότι θα πλήξει εκ νέου στόχους που –κατά τη δική της εκδοχή– κρύβονται πίσω από κατοικημένες περιοχές.
Σκιές πολέμου πάνω από το Ιράν
Στους δρόμους της Τεχεράνης, αντί για σημάδια αποσύνθεσης του μηχανισμού ασφαλείας, πολλαπλασιάζονται τα σημεία ελέγχου, τα περιπολικά και οι ομάδες Μπασίτζ με μοτοσικλέτες και θρησκευτικά συνθήματα. Οι κάτοικοι λαμβάνουν μαζικά γραπτά μηνύματα από τις υπηρεσίες ασφαλείας που τους καλούν να συμμετάσχουν σε φιλοκυβερνητικά συλλαλητήρια και να καταγγέλλουν όποιον βγάζει φωτογραφίες, ενώ άλλα SMS προειδοποιούν ότι κάθε κίνηση «διατάραξης της ασφάλειας» θα αντιμετωπίζεται ως συνεργασία με τον εχθρό – με ρητή αναφορά σε «εντολή πυροβολισμού για να σκοτώσουν». Η ίδια λογική τρόμου μεταφέρεται και στις πολυκατοικίες της μεσαίας τάξης, όπου η κρατική ασφάλεια απειλεί με εφόδους όσους τόλμησαν να πανηγυρίσουν δημόσια τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στα μπαλκόνια τους.
Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται από την Ουάσιγκτον ότι «η ελευθερία είναι προ των πυλών» και δηλώνει πως θέλει να έχει λόγο στην επιλογή του επόμενου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, η πραγματικότητα στο έδαφος μοιάζει ειρωνική: το καθεστώς όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά διαιώνισε τον εαυτό του ορίζοντας ως διάδοχο τον γιο του νεκρού ηγέτη, τον σκληροπυρηνικό κληρικό Μοτζταμπά Χαμενεΐ. Έτσι, το μήνυμα της Ουάσιγκτον προς τους Ιρανούς να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο ως «ευκαιρία απελευθέρωσης» συνθλίβεται ανάμεσα σε δύο ασφυκτικές πραγματικότητες: από τη μια μια ξένη στρατιωτική μηχανή που ισοπεδώνει κρίσιμες υποδομές χωρίς να προσφέρει ορατό πολιτικό σχέδιο για «την επόμενη μέρα», από την άλλη ένα εσωτερικό σύστημα ασφαλείας βαθιά ιδεολογικοποιημένο, αποφασισμένο να επιβιώσει με κάθε μέσο.
Ιράν: φόβος, ελπίδα και βαθιά δυσπιστία
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η καθημερινή ζωή κυλά σε μια παράξενη μεθόριο μεταξύ παράλυσης και αντίστασης. Κάτοικοι της πρωτεύουσας περιγράφουν μια πόλη όπου οι περισσότεροι μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, αποκομμένοι από το διαδίκτυο και ανίκανοι να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ενώ ταυτόχρονα δεν εμπιστεύονται ούτε την κρατική τηλεόραση ούτε τα ξένα μέσα ενημέρωσης, τα οποία κατηγορούν ότι υποβαθμίζουν το ανθρώπινο κόστος του πολέμου. Άλλοι μιλούν για μια ψυχολογία πλήρους αδυναμίας: σε μια χώρα όπου «τόσα πράγματα που καθορίζουν τη μοίρα μας είναι πέρα από τον έλεγχό μας», όπως λένε, η ιδέα να οργανώσουν την ανατροπή της κυβέρνησης φαντάζει σχεδόν ουτοπική.
Κι όμως, κάτω από την επιφάνεια της απελπισίας, παραμένει ζωντανή μια σιωπηρή, επίμονη ελπίδα ότι η σημερινή καταστροφή μπορεί κάποτε να οδηγήσει στο τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Στο Κουρδιστάν του Ιράν, για παράδειγμα, όπου οι Κούρδοι έχουν γνωρίσει χρόνια διακρίσεων και βίας, κάποιοι παραδέχονται ότι νιώθουν «κρυφή χαρά» όταν χτυπιούνται κρατικοί στόχοι – υπό την προϋπόθεση ότι δεν σκοτώνονται άμαχοι – και μιλούν ανοιχτά για το «τίμημα της ελευθερίας». Άλλοι όμως, κυρίως στην Τεχεράνη, βλέπουν αυτό το τίμημα να διογκώνεται επικίνδυνα και αναρωτιούνται πώς μπορεί να σταθεί οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση σε μια χώρα όπου αστυνομικά τμήματα, στρατιωτικές σχολές και κρίσιμες υποδομές έχουν μετατραπεί σε συντρίμμια, σύμφωνα με τους New York Times.
Πίσω από τις μεγάλες γεωπολιτικές αφηγήσεις κρύβεται ένα απλό, αλλά θεμελιώδες ερώτημα για τους Ιρανούς: αν αύριο άλλαζε το καθεστώς, πάνω σε τι θα μπορούσε να χτιστεί μια νέα αρχή; Ένας ψηφιακός επιχειρηματίας στην Τεχεράνη συνοψίζει τον φόβο πολλών συνομηλίκων του: «Χρειαζόμαστε αστυνομία, χρειαζόμαστε υπηρεσίες πληροφοριών, χρειαζόμαστε στρατιωτικά πανεπιστήμια· ό,τι κι αν γίνει πολιτικά, αν πρόκειται να ζήσουμε στο Ιράν στο μέλλον, χρειαζόμαστε θεσμούς». Στο μυαλό του, η ιδέα ενός «έμμεσου συντονισμού» ανάμεσα σε διαδηλωτές στο έδαφος και αμερικανοϊσραηλινά στρατεύματα, όπως φανταζόταν στην αρχή του πολέμου, έχει διαλυθεί – στη θέση της υπάρχει μόνο η εικόνα μιας χώρας που «σταδιακά μετατρέπεται σε ερείπια».











