Εκ πρώτης όψεως, η κοινή επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν μοιάζει με μια άνιση αναμέτρηση. Οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί έχουν το πάνω χέρι στους αιθέρες, διαθέτουν όπλα «χειρουργικής» ακρίβειας, άριστο δίκτυο πληροφοριών και συστήματα αεράμυνας που μπορούν να αναχαιτίσουν σχεδόν κάθε πύραυλο της Τεχεράνης. Ωστόσο, υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό: ποιο είναι το πολιτικό σχέδιο για την επόμενη μέρα; Οι επιτιθέμενοι τρέμουν το σενάριο να παγιδευτούν σε έναν πόλεμο αντοχής που θα εξαντλήσει τα αποθέματα των πιο εξελιγμένων αναχαιτιστικών πυραύλων και θα κοστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια τη μέρα.
Το να ξεμείνει μια χώρα από αντιπυραυλικά συστήματα δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Είναι ακριβώς αυτό που κόντεψε να πάθει το Ισραήλ πέρυσι το καλοκαίρι.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Άμος Σ. Φοξ και τον Φραντς-Στέφαν Γκάντι, ειδικό ερευνητή του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS), στον πόλεμο του Ιουνίου 2025, το Ιράν έστειλε 631 πυραύλους, από τους οποίους οι 500 έφτασαν στο Ισραήλ. Η χώρα είπε ότι κατέρριψε το 86%, αλλά για να το καταφέρει αυτό έπρεπε να εκτοξεύσει έναν τεράστιο όγκο αμυντικών πυραύλων. Αυτό μείωσε σημαντικά τα αποθέματα του Ισραήλ και των ΗΠΑ σε πανάκριβα πυρομαχικά. Χωρίς το σύστημα Arrow 3, το Ισραήλ χάνει τη δυνατότητα να εξουδετερώνει απειλές πάνω από την ατμόσφαιρα, γεγονός που μειώνει τον χρόνο αντίδρασης και εκθέτει τη χώρα σε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο. Εκείνες τις μέρες, το Ισραήλ ξόδευε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια καθημερινά, ενώ η οικονομία είχε «παραλύσει» λόγω του πολέμου.
Αυτή η σύντομη σύγκρουση έδειξε κάτι πολύ σημαντικό: όσο εξελιγμένα κι αν είναι τα όπλα σου, δεν μπορείς να γλιτώσεις από τη φύση ενός σύγχρονου πολέμου αντοχής. Με απλά λόγια, το να σου τελειώσουν οι σφαίρες (ή οι πύραυλοι) είναι πάντα ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Η «πείνα για πυρομαχικά» ήταν, σύμφωνα με τους Φοξ και Γκάντι, το μεγαλύτερο πρόβλημα κατά τη διάρκεια των πολέμων του παρελθόντος. Τότε, οι στρατοί σταματούσαν τις μάχες μέχρι να έρθουν νέα εφόδια.
Στον 21ο αιώνα, όμως, αν ξεμείνεις από πυρομαχικά ακριβείας, είναι σχεδόν αδύνατο να συνεχίσεις να μάχεσαι. Η παραγωγή τους είναι υπερβολικά αργή και δαπανηρή για να αναπληρωθούν οι απώλειες σε μεγάλους αριθμούς κατά τη διάρκεια μιας ενεργής εκστρατείας. Αυτή η άβολη αλήθεια βρίσκεται στον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους αντιλαμβάνονται τον σύγχρονο πόλεμο.
Η αεροπορική εκστρατεία κατά του Ιράν θα διαμορφωθεί, σύμφωνα με τους Φοξ και Γκάντι, τόσο από τους ασαφείς πολιτικούς στόχους των ΗΠΑ και του Ισραήλ, όσο και από τα αποθέματα των αναχαιτιστικών και επιθετικών πυραύλων τους. Τι θα γίνει αν οι ΗΠΑ εξαντλήσουν όλους τους στόχους τους σε μία εβδομάδα και το καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει όρθιο; Θα ανακοινώσει ο Λευκός Οίκος ότι νίκησε και θα σταματήσει;
Ή ακόμα χειρότερα: τι θα γίνει αν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν καταφέρουν να καταστρέψουν τους ιρανικούς εκτοξευτές τις πρώτες μέρες; Αν το Ιράν καταφέρει να αδειάσει τις αποθήκες της αμερικανικής και ισραηλινής αεράμυνας, τότε όλο και περισσότεροι ιρανικοί πύραυλοι θα βρίσκουν τον στόχο τους στο Ισραήλ και στις αμερικανικές βάσεις. Σε αυτήν την περίπτωση οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να προβούν σε επώδυνους συμβιβασμούς, και να χρησιμοποιήσουν πυρομαχικά που προορίζονται για άλλες μεγάλες απειλές, όπως ένας πιθανός πόλεμος με τη Ρωσία στην Ευρώπη ή με την Κίνα στην Ανατολική Ασία.
Μέσα στο χάος του πολέμου, κανείς δεν ξέρει ποιος θα επικρατήσει. Οι ΗΠΑ μπορεί να κερδίσουν στο τέλος, αλλά το τίμημα σε χρήμα και εξοπλισμό μπορεί να είναι δυσβάσταχτο. Το Ιράν ξέρει ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ ποντάρουν σε μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη. Γι’ αυτό, η στρατηγική της Τεχεράνης είναι να ροκανίσει τον χρόνο. Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ μπορεί να κρατάνε όλα τα χαρτιά, αλλά το Ιράν έχει τον χρόνο με το μέρος του.
















