Σφοδρή κριτική δέχθηκε από τους Δημοκρατικούς την Πέμπτη η Υπηρεσία Προστασίας Συνόρων των ΗΠΑ με αφορμή τον θάνατο ενός σχεδόν τυφλού πρόσφυγα από τη Μιανμάρ. Ο θάνατός του, που σημειώθηκε αφού αφέθηκε ελεύθερος χιλιόμετρα μακριά από την εστία του, πυροδότησε νέες αντιδράσεις κατά της σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ.
Το πτώμα του Νουρούλ Αμίν Σα Σαλάμ, 56 ετών, εντοπίστηκε το βράδυ της Τρίτης σε δρόμο στο Μπάφαλο, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όχι μακριά από τα σύνορα με τον Καναδά, ανέφερε εκπρόσωπος της τοπικής αστυνομίας. Η νεκροψία-νεκροτομή έδειξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν «στην κατάσταση της υγείας του».
Κατά τα δημοσιεύματα, ο σχεδόν τυφλός πρόσφυγας, που δεν μιλούσε αγγλικά, αφέθηκε πέντε ημέρες νωρίτερα σε καφέ-εστιατόριο της πόλης από πράκτορες της αστυνομίας συνόρων (CBP). Βρέθηκε νεκρός κάπου έξι χιλιόμετρα από εκεί.
Η αστυνομία συνόρων «φαίνεται πως τον εγκατέλειψε μέσα στο κρύο, μακριά από το σπίτι του, χωρίς να ειδοποιήσει τους αγαπημένους του», κατήγγειλε ο επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, ο Τσακ Σούμερ, απαιτώντας να διενεργηθεί ανεξάρτητη έρευνα για την υπόθεση.
«Έπρεπε να είναι ζωντανός–δεν έπρεπε ποτέ να γίνει αυτό», πρόσθεσε μέσω X.
Ο Δημοκρατικός δήμαρχος του Μπάφαλο Σον Ράιαν χαρακτήρισε τον θάνατο αυτού του «ευάλωτου» ανθρώπου «συνταρακτικό», κάνοντας λόγο για «παράλειψη καθήκοντος» της αστυνομίας συνόρων.
Ο Σα Αλάμ, που είχε συλληφθεί πριν από έναν χρόνο από την τοπική αστυνομία, επρόκειτο να αφεθεί ελεύθερος υφ’ όρον, εν αναμονή απόφασης για την υπόθεσή του όταν, σύμφωνα με τη CBP, πράκτορές της ήρθαν σε επαφή μαζί του. Σύμφωνα με δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας, η δικαιοσύνη εξέταζε το ενδεχόμενο να αμβλυνθούν οι κατηγορίες σε βάρος του, καθώς διέτρεχε κίνδυνο να απελαθεί σε περίπτωση καταδίκης του.
Οι πράκτορες της αστυνομίας συνόρων διαπίστωσαν, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ, πως δεν μπορούσε να απελαθεί και αποφάσισαν να τον μεταφέρουν σε «ασφαλές μέρος, κάπου ζεστά, κοντά στην τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του», σύμφωνα με την υπηρεσία τους.
«Δεν παρουσίαζε καμιά ένδειξη καταπόνησης, προβλήματος κινητικότητας ή αναπηρίας που απαιτούσε ειδική βοήθεια», πρόσθεσε η CBP.
Η υπόθεση τροφοδοτεί τις έντονες επικρίσεις για τις βάρβαρες μεθόδους των ομοσπονδιακών πρακτόρων εν μέσω της αντιμεταναστευτικής εκστρατείας που εξαπέλυσε ο πρόεδρος Τραμπ αφότου επέστρεψε στην εξουσία, τον Ιανουάριο του 2025.












