Την ώρα που οι πολίτες του Ιράν μετρούν χιλιάδες νεκρούς μετά τις πρόσφατες κινητοποιήσεις τους, οι Ρώσοι συνεχίζουν να αποφεύγουν κάθε μορφή συλλογικής δράσης ενάντια στο καθεστώς του Πούτιν. Αν και οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών είναι δεδομένες, η αντίθεση στην πολιτική τους συμπεριφορά παραμένει αξιοσημείωτη.
Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, σύμφωνα με τον Αλεξάντερ Τζ. Μότιλ, καθηγητή πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Rutgers-Newark, είναι η απόκλιση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας μετά το 1991. Ενώ κατά την περίοδο της γκλάσνοστ και της περεστρόικα οι δύο λαοί συμμετείχαν μαζικά σε διαδηλώσεις, η πορεία τους στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε. Η τελευταία μεγάλη κινητοποίηση στη Ρωσία σημειώθηκε το 2011-2012, με την κοινωνία να παραμένει έκτοτε σε κατάσταση αδράνειας.
Η M. Gessen, αρθρογράφος των New York Times, αποδίδει το φαινόμενο αυτό στην έντονη καταστολή και την κοινωνική αποσύνθεση. Σύμφωνα με την ίδια, η μαζική διαμαρτυρία αντικαταστάθηκε από τη «μοναχική πικετοφορία», όπου ένας πολίτης διαδηλώνει μόνος του, γεγονός που αναδεικνύει τη δυσκολία συντονισμού μιας συλλογικής δράσης. Στην πολιτική επιστήμη, αυτό περιγράφεται ως το πρόβλημα του «free rider» (λαθρεπιβάτη), όπου το άτομο προτιμά να επωφεληθεί από τους αγώνες των άλλων παρά να ρισκάρει το ίδιο.
Η ισχύς του καθεστώτος και η έλλειψη οργάνωσης
Η συλλογική δράση προϋποθέτει την ύπαρξη μιας οργανωμένης «στρατηγικής ομάδας» που μπορεί να συντονίσει τις μάζες. Στη Ρωσία, το καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν ελέγχει πλήρως τους μηχανισμούς καταστολής και την οικονομία, την ώρα που η πλειονότητα των πολιτών στερείται ισχύος και πόρων.
Στο Ιράν, ωστόσο, παρά την απουσία αντίστοιχης οργανωμένης αντιπολίτευσης και την αποδεδειγμένη βιαιότητα του κράτους, οι πολίτες συνεχίζουν να εξεγείρονται. Κινητήριος δύναμη σε αυτή την περίπτωση φαίνεται να είναι η καθολική αποστροφή προς το θεοκρατικό καθεστώς, η οποία υπερκαλύπτει την έλλειψη υλικών πόρων ή προστασίας. Αντίστοιχα, η πίστη στις δημοκρατικές αξίες λειτούργησε ως καταλύτης για τις εξεγέρσεις στην Ουκρανία (2004, 2014), στη Λευκορωσία (2020) και στη Γεωργία.
Η στάση της ρωσικής κοινής γνώμης
Αν και υπήρξαν μεμονωμένες αντιδράσεις για την εισβολή στην Ουκρανία, η κλίμακά τους δεν συγκρίνεται με τις εξεγέρσεις σε άλλες χώρες. Η Gessen επισημαίνει ότι η καταστολή έχει ποινικοποιήσει ακόμα και τις πιο απλές ενέργειες, όπως ένα «like» στα κοινωνικά δίκτυα ή μια μοναχική διαμαρτυρία με ένα λευκό χαρτί.
Πέρα από την καταστολή όμως, τίθεται το ζήτημα της δημοτικότητας του Πούτιν, η οποία παραμένει σε υψηλά επίπεδα (60% – 80%). Η αποδοχή αυτή, ανεξάρτητα από τα αίτια της, υποδηλώνει σύμφωνα με τον Μότιλ ότι η ρωσική πολιτική κουλτούρα δεν ιεραρχεί τη δημοκρατία ως πρωτεύουσα αξία στην παρούσα φάση. Αυτό το στοιχείο δυσχεραίνει τις προοπτικές εκδημοκρατισμού της χώρας ακόμα και μετά το τέλος του πολέμου.
Προοπτικές αλλαγής
Η θεωρία της συλλογικής δράσης υποδεικνύει ότι μια αλλαγή θα μπορούσε να προέλθει από την εμφάνιση μιας νέας, ισχυρής στρατηγικής ομάδας που θα προσφέρει κίνητρα στους πολίτες. Ιστορικά, ο εκδημοκρατισμός στη Δυτική Γερμανία και την Ιαπωνία μετά το 1945 πέτυχε, επειδή συνδυάστηκε με άμεσα οικονομικά οφέλη.
Στη Ρωσία, μια τέτοια εξέλιξη θα προϋπέθετε την απομάκρυνση του Πούτιν. Οι ρωσικές ελίτ αντιλαμβάνονται το κόστος της τρέχουσας πολιτικής και, όπως έχει δείξει το παρελθόν, η πιθανότητα μιας εσωτερικής ανατροπής ή ενός «ανακτορικού πραξικοπήματος» παραμένει πάντα ένα υπαρκτό σενάριο στη ρωσική πολιτική ιστορία.
Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και ο ίδιος ο Πούτιν ανήλθε στην εξουσία μέσα από ένα παρασκηνιακό deal που είχε ως στόχο την απομάκρυνση του προκατόχου του, Μπόρις Γέλτσιν.

















