Η Τουρκία βρέθηκε τις τελευταίες εβδομάδες στο επίκεντρο σεναρίων για τη δημιουργία ενός «ισλαμικού ΝΑΤΟ», όμως τελικά μένει εκτός του αμυντικού συμφώνου Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν, σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στις σαουδαραβικές ένοπλες δυνάμεις. Παρά τις δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ ότι η Άγκυρα διαπραγματευόταν την ένταξή της, η συμφωνία παραμένει αυστηρά διμερής, ενώ η τουρκική πλευρά αποφεύγει μέχρι στιγμής να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τις σχετικές πληροφορίες, κρατώντας ανοιχτό το πεδίο για μελλοντικούς ελιγμούς.
Η υπογραφή του στρατηγικού αμυντικού συμφώνου Ριάντ–Ισλαμαμπάντ στις 17 Σεπτεμβρίου 2025 ήρθε λίγες ημέρες μετά τις ισραηλινές επιθέσεις στη Ντόχα, που αποκάλυψαν την αδυναμία των ΗΠΑ να προστατεύσουν ακόμη και έναν από τους στενότερους συμμάχους τους στον Κόλπο. Η επίθεση του Ιράν σε αμερικανική βάση στο Κατάρ τον Ιούνιο, χωρίς ουσιαστική αμερικανική αντίδραση, ενίσχυσε την αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον δεν αποτελεί πλέον αξιόπιστη ομπρέλα ασφαλείας, ωθώντας τα κράτη του Κόλπου σε αναζήτηση νέων αρχιτεκτονικών ασφάλειας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η προοπτική συμμετοχής της Τουρκίας σε μια τριμερή συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν έμοιαζε φυσική εξέλιξη, αλλά ταυτόχρονα πυροδοτούσε ερωτήματα για τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ και τις ισορροπίες με τη Δύση.
Τουρκία ανάμεσα σε ΝΑΤΟ και «Ισλαμικό ΝΑΤΟ»
Το υπό συζήτηση τριμερές σχήμα θα συνδύαζε τον οικονομικό και θρησκευτικό ηγετικό ρόλο της Σαουδικής Αραβίας, τη μοναδική πυρηνική αποτρεπτική ισχύ του Πακιστάν και την ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία και γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας, που διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ.
Η Άγκυρα επενδύει δυναμικά στην πυρηνική ενέργεια, ενώ το Ριάντ διαμορφώνει αντίστοιχα σχέδια, καθιστώντας τις τεχνολογικές και επενδυτικές συνέργειες με το Πακιστάν, τον μόνο μουσουλμανικό πυρηνικό παίκτη, στρατηγικό πλεονέκτημα για όλους. Παράλληλα, οι σαουδαραβικές επενδύσεις σε Τουρκία και Συρία, αλλά και οι τουρκικές εξαγωγές UAV και πολεμικών πλοίων σε Πακιστάν και συνδεδεμένους εταίρους, διαμορφώνουν ήδη ένα άτυπο πλέγμα ασφάλειας και επιρροής.
Η ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας στο σύμφωνο, ωστόσο, θα περιέπλεκε σοβαρά τις σχέσεις της με ορισμένα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, τροφοδοτώντας τις υποψίες ότι οικοδομεί ένα παράλληλο μπλοκ στον μουσουλμανικό κόσμο. Ο Τούρκος αναλυτής Νιχάτ Αλί Οζτζάν επισημαίνει ότι η προτεραιοποίηση από τις ΗΠΑ των δικών τους και των ισραηλινών συμφερόντων ωθεί περιφερειακές δυνάμεις –συμπεριλαμβανομένης της Άγκυρας– να επανακαθορίσουν φίλους και αντιπάλους μέσα από νέους μηχανισμούς ασφαλείας. Χαρακτηριστικό της αναβαθμισμένης θέσης της Τουρκίας είναι και η ένταξή της στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Γάζα, όπου η Άγκυρα εμφανίζεται ως κεντρικός μεσολαβητής σε μια υπό διαμόρφωση περιφερειακή τάξη πραγμάτων.
Γιατί η Τουρκία μένει εκτός – προς το παρόν
Το πρώτο αγκάθι αφορά την ίδια τη φύση του σαουδαραβοπακιστανικού συμφώνου: το κείμενο δεν έχει δημοσιοποιηθεί, η πιθανή πυρηνική διάστασή του παραμένει θολή και ο βαθμός δέσμευσης τύπου «Άρθρου 5» είναι άγνωστος, δημιουργώντας ελεγχόμενη στρατηγική αβεβαιότητα. Για το Ριάντ, το δίλημμα είναι διπλό: αφενός, δεν θέλει να βρεθεί εμπλεκόμενο σε νέα κλιμάκωση Ινδίας–Πακιστάν, θέτοντας σε κίνδυνο τις κρίσιμες ενεργειακές και εμπορικές του σχέσεις με το Νέο Δελχί· αφετέρου, η ένταξη της Τουρκίας θα μπορούσε να το σύρει σε αντιπαραθέσεις στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο ή τη Συρία, όπου Άγκυρα και Ιερουσαλήμ διασταυρώνουν συμφέροντα.
Η τελευταία δεκαετία χαρακτηρίστηκε από σκληρό, συχνά υπόγειο ανταγωνισμό ανάμεσα σε Τουρκία και Σαουδική Αραβία για τον ρόλο του ηγετικού πόλου στον μουσουλμανικό κόσμο, κάτι που κάνει τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ιδιαίτερα επιφυλακτικό απέναντι σε δεσμευτικές συμμαχίες. Οι δύο χώρες προτιμούν προς το παρόν εμπορικές συναλλαγές, εξοπλιστικά deals και επιλεκτική συνεργασία στη Συρία, παρά μια ρητή ρήτρα συλλογικής άμυνας που θα μπορούσε να τις φέρει σε ευθεία τροχιά σύγκρουσης με Ισραήλ, Ελλάδα ή Ινδία.
Τουρκία και το μέλλον του «μουσουλμανικού ΝΑΤΟ»
Ένας ακόμα παράγοντας που φέρεται να βάρυνε στη σαουδαραβική στάση είναι ο φόβος πρόκλησης της οργής του προέδρου Τραμπ, ο οποίος διατηρεί έντονα φιλοϊσραηλινή γραμμή και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή. Η ανακοίνωση μιας τριμερούς στρατιωτικής συμμαχίας με ενεργό ρόλο της Τουρκίας θα μπορούσε να εκληφθεί στην Ουάσιγκτον ως πρόκληση, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ασφάλεια του βασιλείου και την πρόσβασή του σε αμερικανικά όπλα και τεχνολογίες. Έτσι, το Ριάντ δείχνει να επιλέγει τακτική «αγοράς χρόνου»: διατηρεί την προσέγγιση με την Άγκυρα, αλλά παγώνει την επίσημη θωράκισή της μέσω αμυντικού συμφώνου, έως ότου ωριμάσουν οι διεθνείς συνθήκες.
Παρά την τρέχουσα άρνηση ένταξης, η προοπτική ενός άτυπου «μουσουλμανικού ΝΑΤΟ» όπου η Τουρκία θα έχει κεντρικό ρόλο δεν έχει εξαφανιστεί, καθώς η σύγκλιση συμφερόντων και η ανάγκη απομάκρυνσης από την αποκλειστική εξάρτηση από τις ΗΠΑ παραμένουν ισχυρές. Η στρατηγική ασάφεια γύρω από το σαουδαραβοπακιστανικό σύμφωνο λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής έναντι Ινδίας, Ιράν και Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ανοικτή την πόρτα ώστε, σε μια επόμενη φάση, η Άγκυρα να επανέλθει στο τραπέζι ως ο «τρίτος πυλώνας» μιας ευρύτερης μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.














