--°C Athens

Η Google στο στόχαστρο των αμερικανικών αρχών: Έφεση για το μονοπώλιο στην αναζήτηση και νέες πιέσεις

Η Google στο στόχαστρο των αμερικανικών αρχών: Έφεση για το μονοπώλιο στην αναζήτηση και νέες πιέσεις

Οι αμερικανικές Αρχές ανταγωνισμού κλιμακώνουν τη σύγκρουσή τους με την Google, ασκώντας έφεση κατά δικαστικής απόφασης που έκρινε ότι η εταιρεία διατηρεί μονοπωλιακή θέση στη διαδικτυακή αναζήτηση, χωρίς ωστόσο να επιβάλει ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές. Η εξέλιξη αυτή διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο βαθύτερων παρεμβάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν τον τρόπο λειτουργίας των μηχανών αναζήτησης, των φυλλομετρητών και των οικοσυστημάτων κινητών συσκευών.

Το 2024, ομοσπονδιακός δικαστής έκρινε ότι η Google διατήρησε παράνομα την κυριαρχία της στις αγορές της διαδικτυακής αναζήτησης και της σχετικής διαφήμισης. Ωστόσο, η απόφαση απέρριψε τα πιο επιθετικά μέτρα που ζητούσαν το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και οι γενικοί εισαγγελείς πολιτειών, όπως την υποχρέωση πώλησης του προγράμματος περιήγησης Chrome, την απόσχιση του Android ή τον τερματισμό της συμφωνίας που καθιστά την Google προεπιλεγμένη μηχανή αναζήτησης στις συσκευές της Apple. Ακριβώς αυτή η έκβαση αποτελεί πλέον αντικείμενο αμφισβήτησης, καθώς το υπουργείο Δικαιοσύνης και συνασπισμός πολιτειών κατέθεσαν έφεση, σηματοδοτώντας ότι επιδιώκουν την επανεξέταση αυστηρότερων διορθωτικών μέτρων.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η Google προσβάλλει το συμπέρασμα περί μονοπωλίου και έχει ζητήσει από το δικαστήριο να αναστείλει τις απαιτήσεις που θα την υποχρέωναν να μοιραστεί ορισμένα δεδομένα αναζήτησης με ανταγωνιστές της κατά τη διάρκεια της εφετειακής διαδικασίας. Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο τη δομή της επιχείρησης της Google, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθούν οι μηχανές αναζήτησης, οι φυλλομετρητές και οι υπηρεσίες που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη σε ένα ολοένα και πιο ανταγωνιστικό τεχνολογικό περιβάλλον, όπως αναφέρει το interestingengineering.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται οι κανόνες γνωστοποίησης, οι οποίοι σχεδιάστηκαν ώστε να αποτρέπουν τις εταιρείες από το να συσσωρεύουν σιωπηρά έλεγχο πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι αγορές. Στο σκεπτικό του, ο δικαστής του Ομοσπονδιακού Περιφερειακού Δικαστηρίου, Άμιτ Μέτα, τόνισε ότι το Κογκρέσο είχε ως στόχο οι νόμοι περί ανταγωνισμού να προστατεύουν την αγορά ακόμη και σε ταχέως μεταβαλλόμενους τεχνολογικούς κλάδους. «Το δικαστήριο δεν αμφιβάλλει ότι ο κ. Μασκ θα προτιμούσε να αποφύγει την υποχρέωση γνωστοποίησης πληροφοριών που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές των μετοχών, ενώ επιχειρεί να αποκτήσει εταιρικό έλεγχο», έγραψε σε σχετική απόφαση για υπόθεση κινητών αξιών, υπογραμμίζοντας τον ρόλο που έχουν οι κανόνες διαφάνειας και ανταγωνισμού στον περιορισμό στρατηγικών πλεονεκτημάτων.

Αν και το συγκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από διαφορετική υπόθεση, το ευρύτερο αντιμονοπωλιακό σκεπτικό αντανακλά παρόμοιες ανησυχίες σχετικά με τη συγκέντρωση ισχύος και τον έλεγχο της πληροφορίας. Στην περίπτωση της Google, ο δικαστής αναγνώρισε ότι οι συμφωνίες προεπιλεγμένης αναζήτησης και τα πλεονεκτήματα στα δεδομένα συνέβαλαν στην ενίσχυση της κυριαρχίας της. Παρ’ όλα αυτά, αρνήθηκε να διατάξει δραστικές διαρθρωτικές αλλαγές, εκτιμώντας ότι παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απρόβλεπτες συνέπειες σε μια αγορά που εξελίσσεται ραγδαία. Αυτή ακριβώς τη στάση αμφισβητούν τώρα οι αρχές ανταγωνισμού.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρέασαν την κρίση του δικαστηρίου ήταν η άνοδος της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης. Ο δικαστής επεσήμανε ότι νέα εργαλεία αναζήτησης και ψηφιακοί βοηθοί που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, από εταιρείες όπως η OpenAI, έχουν αναδειχθεί σε ανταγωνιστικές πιέσεις για την Google, ενδεχομένως αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες βρίσκουν πληροφορίες στο διαδίκτυο. Ωστόσο, οι ρυθμιστικές αρχές υποστηρίζουν ότι ο ανταγωνισμός από την τεχνητή νοημοσύνη δεν αναιρεί τα εδραιωμένα πλεονεκτήματα της Google, καθώς ο έλεγχος των προεπιλογών στους φυλλομετρητές, των λειτουργικών συστημάτων κινητών συσκευών και των τεράστιων συνόλων δεδομένων αναζήτησης συνεχίζει να καθορίζει τη ροή της διαδικτυακής επισκεψιμότητας.

Οποιαδήποτε υποχρέωση κοινοποίησης δεδομένων αναζήτησης προς ανταγωνιστές θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον τρόπο εκπαίδευσης των αλγορίθμων και στην ανάπτυξη εργαλείων ανακάλυψης που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη. Από την πλευρά της, η Google έχει προειδοποιήσει ότι η επιβεβλημένη κοινοποίηση δεδομένων ή οι περιορισμοί στις συμφωνίες προεπιλογής θα μπορούσαν να υποβαθμίσουν την ποιότητα των προϊόντων και την εμπειρία των χρηστών. Παράλληλα, επιδιώκει την αναβολή οποιωνδήποτε μέτρων έως ότου ολοκληρωθούν οι εφέσεις, μια διαδικασία που ενδέχεται να διαρκέσει μήνες ή και περισσότερο.

Οι εφετειακές διαδικασίες που βρίσκονται πλέον σε εξέλιξη θα κρίνουν αν η αρχική απόφαση θα παραμείνει μια συμβολική νίκη στον τομέα της αντιμονοπωλιακής πολιτικής ή αν θα αποτελέσει καταλύτη για δομικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των πλατφορμών αναζήτησης και των υπηρεσιών που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη. Το τελικό αποτέλεσμα ενδέχεται να επηρεάσει όχι μόνο το μέλλον της Google, αλλά και τα ίδια τα τεχνικά θεμέλια της διαδικτυακής αναζήτησης.

Διαβάστε Σχετικά