--°C Athens

Γιατί η αναθέρμανση των εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας δεν αρκεί για να σταματήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία

Γιατί η αναθέρμανση των εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας δεν αρκεί για να σταματήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία

Κεντρικός πυλώνας της ειρηνευτικής προσπάθειας της κυβέρνησης Τραμπ στην Ουκρανία είναι η πεποίθηση ότι η αναθέρμανση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας θα αποτρέψει την επανέναρξη του πολέμου – και ότι οι Αμερικανοί επενδυτές θα θησαυρίσουν στην πορεία.

Ωστόσο, ορισμένοι γνώστες της ρωσικής οικονομίας εμφανίζονται λιγότερο αισιόδοξοι, αμφισβητώντας τόσο την ικανότητα του εμπορίου να εγγυηθεί την ειρήνη όσο και την εικόνα της Ρωσίας ως ενός ανεξερεύνητου «Ελντοράντο».

Οι επενδύσεις στη Ρωσία «θα αποτελούν ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον για πολύ καιρό», δήλωσε ο Κρις Γουίφερ, διευθύνων σύμβουλος της Macro-Advisory, μιας εταιρείας συμβούλων που ειδικεύεται στη ρωσική οικονομία.

Ο Στιβ Γουίτκοφ, κατασκευαστής ακινήτων, προσωπικός φίλος του Ντόναλντ Τραμπ και ειδικός απεσταλμένος για τον πόλεμο στην Ουκρανία, παρουσιάζει τις εμπορικές συμφωνίες με τη Μόσχα μετά την ειρήνη ως δικλείδα ασφαλείας κατά μελλοντικών εχθροπραξιών.

«Μια εμπορική συμφωνία είναι απίθανο να διασφαλίσει την ειρήνη»

Όμως, μια εμπορική συμφωνία είναι απίθανο να διασφαλίσει την ειρήνη, όπως υποστηρίζει η Τατιάνα Στανοβάγια, ανώτερη συνεργάτιδα του Carnegie Russia Eurasia Center και ιδρύτρια του R.Politik.

Όπως εξηγεί, αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι το χρήμα δεν υπερτερεί αυτού που το Κρεμλίνο θεωρεί ως ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας του. Οποιαδήποτε αμερικανική ενέργεια θεωρηθεί απειλή -από την παρουσία στρατευμάτων στη Βαλτική έως την αντιπυραυλική άμυνα στη Ρουμανία- θα συνεχίσει να προκαλεί συναγερμό στη Μόσχα.

Για όσους «έζησαν» τη ρωσική οικονομία στις δεκαετίες του ’90 και του 2000, η λογική της κυβέρνησης Τραμπ θυμίζει έντονα το παρελθόν, όπως αναφέρει ο σύμβουλος γεωπολιτικού κινδύνου, Τσαρλς Χέκερ.

«Είμαστε πάλι στο ίδιο σημείο, νομίζοντας ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να μετασχηματίσουν τις πολιτικές σχέσεις», συνεχίζει ο Χέκερ, σύμβουλος γεωπολιτικού κινδύνου. «Και η απάντηση σε αυτή την υπόθεση είναι πως, στην πραγματικότητα, όχι, δεν μπορούν».

Παράλληλα, ο συντάκτης του Foreign Policy, Σαμ Σκόουβ, θεωρεί πως το όραμα της κυβέρνησης για τη Ρωσία ως μια τεράστια επενδυτική ευκαιρία ίσως είναι υπερβολικό.

Κατ’ αρχάς, η ρωσική οικονομία υπολείπεται εδώ και καιρό ακόμα και μικρότερων εθνών. Το 2021, το ΑΕΠ της ήταν περίπου 1,83 τρισεκατομμύρια δολάρια – μικρότερο από αυτό της Ιταλίας την ίδια χρονιά. Υπό το βάρος των στρατιωτικών δαπανών, των χαμηλών τιμών του πετρελαίου και των δυτικών κυρώσεων, η ανάπτυξη φέτος αναμένεται να φτάσει μόλις το 1%.

Επικίνδυνο παραμένει το επενδυτικό κλίμα στη Ρωσία

Το επενδυτικό κλίμα στη Ρωσία, όπου ισχυροί παίκτες με πολιτικές διασυνδέσεις κυριαρχούν επί των εταίρων τους, παραμένει επικίνδυνο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μάικλ Κάλβεϊ, του Αμερικανού που προωθούσε επί δεκαετίες τις επενδύσεις στη Ρωσία, τον οποίο Ρώσοι συνεργάτες του οδήγησαν στη σύλληψη το 2019 λόγω μιας διαφωνίας. Παρά την παρέμβαση υψηλόβαθμων Ρώσων, ο Κάλβεϊ πέρασε μια «καφκική» οδύσσεια, μέχρι να του επιτραπεί να φύγει το 2022.

Η Ρωσία πιθανόν να είναι πιο φιλόξενη σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ενέργεια (αέριο, πετρέλαιο, πυρηνικά), στα κρίσιμα ορυκτά ή στη γεωργία, εκτιμά ο Γουίφερ.

Ωστόσο, παραμένει άγνωστο πόσες αμερικανικές εταιρείες θα τολμήσουν το βήμα. «Οι περισσότερες θα περιμένουν μέχρι να πειστούν ότι ο κίνδυνος μιας νέας πολεμικής σύρραξης είναι μηδαμινός», προσθέτει.

Πάντως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Ο Σκόουβ αναφέρει πως ορισμένοι επιχειρηματίες που πρόσκεινται στον Τραμπ κινούνται ήδη. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τουλάχιστον δύο σύμμαχοί του βρίσκονται σε συνομιλίες με τη Ρωσία. Ο Τζέντρι Μπιτς, φίλος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, συζητά για μερίδιο σε ρωσικό κοίτασμα αερίου στην Αρκτική, ενώ ο Στίβεν Π. Λιντς επιδιώκει να αγοράσει τον αγωγό Nord Stream 2.

Για το Κρεμλίνο, τέτοιου είδους διασυνδέσεις είναι οικείες, καθώς η ίδια η ρωσική οικονομία ελέγχεται από επιχειρηματίες με προσωπικούς δεσμούς με τον Πούτιν.

Και ενώ άλλες αμερικανικές επιχειρήσεις μπορεί να μην ευνοηθούν, η Μόσχα είναι πιθανό να προστατεύσει τους επενδυτές που συνδέονται με τον Τραμπ από «αρπακτικούς» Ρώσους εταίρους, καθιστώντας μια ειρηνευτική συμφωνία δυνητικά εξαιρετικά κερδοφόρα γι’ αυτούς.

Διαβάστε Σχετικά