Μια μητέρα από τη νότια Μινεάπολη ξέσπασε σε κλάματα, καθώς έβλεπε την κόρη της να ετοιμάζεται για την αποφοίτησή της από το λύκειο. Η ίδια, ωστόσο, δεν θα βρισκόταν εκεί τη στιγμή που η κόρη της θα ανέβαινε στη σκηνή, καθώς όπως είπε, θα ήταν υπερβολικά επικίνδυνο.
Η νεαρή φορούσε ένα λευκό φόρεμα και καουμπόικες μπότες, ως αναφορά στη μεξικανική καταγωγή των γονιών της. «Πάρε το παλτό μου για να έχεις μαζί σου ένα κομμάτι από εμένα», της είπε η μητέρα της στα ισπανικά, εμφανώς συγκινημένη.
Η μητέρα δεν έχει βγει από το σπίτι εδώ και δύο μήνες και δεν παρευρέθηκε στην τελετή αποφοίτησης, καθώς φοβάται ότι θα απελαθεί εν μέσω της μαζικής επιχείρησης επιβολής της μεταναστευτικής νομοθεσίας στην πόλη, η οποία, σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, έχει οδηγήσει στη σύλληψη 3.000 ανθρώπων. Αντίστοιχα, ο πατέρας της οικογένειας παραμένει κλεισμένος στο σπίτι εδώ και σχεδόν τρεις εβδομάδες, αφού ανέστειλε επ’ αόριστον τη λειτουργία της μικρής επιχείρησης παροχής υπηρεσιών που διατηρούσε. Το NBC News δεν περιγράφει τη φύση της επιχείρησης, προκειμένου να προστατευτεί η ταυτότητά του.
Τα ενήλικα παιδιά της οικογένειας, όλα Αμερικανοί πολίτες, έχουν δηλώσει ότι θα παραμείνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες ακόμη και αν οι γονείς τους απελαθούν. «Είναι σπαρακτικό», είπε η μητέρα σκουπίζοντας τα δάκρυά της. «Πάντα ήθελα να τη δω να αποφοιτά».
Πριν από τέσσερα χρόνια, η αποφοίτηση της κόρης από το γυμνάσιο ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Τώρα, οι γονείς της θα αρκεστούν σε μια ζωντανή μετάδοση της αποφοίτησης από το λύκειο, καθώς και οι δύο δεν έχουν αμερικανική υπηκοότητα και φοβούνται να βγουν από το σπίτι.

Το ζευγάρι, που ζήτησε από το NBC News να μην κατονομαστεί, συγκαταλέγεται στους χιλιάδες κατοίκους της Μινεσότα που δεν είναι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μητέρα, 53 ετών, σταμάτησε να βγαίνει από το σπίτι μία εβδομάδα αφότου η οικογένεια μετακόμισε σε νέο ενοικιαζόμενο σπίτι τον Δεκέμβριο. Όπως ανέφερε, άκουσε αναφορές ότι η επιχείρηση «Operation Metro Surge» θα ενταθεί στη Μινεάπολη και ανησύχησε ότι η εκκρεμής άδεια εργασίας της, την οποία υπέβαλε το 2024, θα την καθιστούσε στόχο.
Ο σύζυγος, 58 ετών, άρχισε να παραμένει κλεισμένος στο σπίτι μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό της Ρενέ Γκουντ από ομοσπονδιακούς πράκτορες, γεγονός που συνέπεσε με τις απελάσεις φίλων και συγγενών του. Όταν σκοτώθηκε ο Άλεξ Πρέτι, άρχισε να αναρωτιέται ποιος θα είναι ο επόμενος. «Σε αυτό το σημείο, τα πάντα μπορούν να συμβούν», είπε.
Το άγχος τους έχει μετατρέψει ακόμη και απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως το να πετάξουν τα σκουπίδια, σε δοκιμασία. Ακόμη και το να βγουν στην αυλή του σπιτιού τους θα μπορούσε, όπως λέει η μητέρα, να προσελκύσει πράκτορες μετανάστευσης. Μία από τις δύο κόρες που ζουν ακόμη μαζί τους έχει αναλάβει να βγάζει τα σκουπίδια.
Ένα μικρό χάμστερ έτρεχε μέσα σε μια διάφανη πλαστική μπάλα στο χαλί του σαλονιού, ενώ ένα καφέ λαμπραντούντλ, φορώντας πάνα, παρακολουθούσε κάτω από το τραπέζι της τραπεζαρίας. Ο σκύλος φορά πάνα επειδή σπάνια βγαίνει βόλτα, καθώς η οικογένεια φοβάται ότι θα τραβήξει την προσοχή. Όπως και το ζευγάρι, έτσι και τα κατοικίδιά τους παραμένουν εγκλωβισμένα μέσα στο ισόγειο σπίτι.
Έξω από την εξώπορτα, δύο μεσαίου μεγέθους κουτιά παρέμεναν ανέγγιχτα. Ο πατέρας επιθεώρησε το ένα και άφησε το άλλο, προτού επιστρέψει βιαστικά μέσα στο σπίτι, κλειδώνοντας την πόρτα και σύροντας τον σύρτη. Το ένα κουτί βρισκόταν εκεί για αρκετές ημέρες, ενώ το άλλο ήταν καινούριο. Όπως εξήγησε, αρνήθηκε να τα βάλει μέσα, φοβούμενος ότι η αποδοχή άγνωστων δεμάτων θα μπορούσε να ειδοποιήσει την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων για το ποιοι ζουν στο σπίτι.

Στο εσωτερικό, κιβώτια με εμφιαλωμένο νερό ήταν τακτοποιημένα κοντά στην κουζίνα. Η οικογένεια βασίζεται σε παραδόσεις φαγητού και νερού από έναν τοπικό πάστορα. Ο πάστορας Σέρχιο Αμεσκούα, από την εκκλησία «Dios Habla Hoy», φίλος της οικογένειας εδώ και περίπου 20 χρόνια, έχει οργανώσει ένα εκτεταμένο δίκτυο αλληλοβοήθειας με περίπου 5.000 εθελοντές, οι οποίοι βοηθούν στη σίτιση σχεδόν 28.000 ανθρώπων που φοβούνται να βγουν δημόσια μήπως συλληφθούν ή απελαθούν.
Το ενδιαφέρον για τη δράση της εκκλησίας εκτοξεύτηκε μετά τον θάνατο του Πρέτι, όπως είπε ο Αμεσκούα, ο οποίος δήλωσε σοκαρισμένος όταν η συγκεκριμένη οικογένεια τηλεφώνησε λέγοντας ότι είχε ξεμείνει από τρόφιμα και φοβόταν να πάει στο σούπερ μάρκετ. «Το να ακούς έναν μεγάλο, δυνατό άντρα να κλαίει και να ζητά φαγητό είναι φρικτό», ανέφερε.
Η εντατικοποίηση της μεταναστευτικής επιβολής έχει ανατρέψει όλα όσα είχε σχεδιάσει η οικογένεια για τη φετινή χρονιά. Το αρχικό πλάνο ήταν ο σύζυγος να βρίσκεται κοντά στη δουλειά του και η σύζυγος να πουλά τα πολύχρωμα γλυκά και τα μεξικανικά φαγητά της μέσω μιας μικρής επιχείρησης catering. Όπως είπε, δεν έχει πουλήσει ούτε ένα προϊόν από τότε που μετακόμισαν. «Δεν υπάρχει κανείς να αγοράσει το φαγητό μου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι, αν τα πράγματα επιστρέψουν στην κανονικότητα, θα ήθελε να ξαναμαγειρέψει και να ψήσει για τον κόσμο.
Παρά το κλίμα φόβου, ένα κρύο πρωινό ετοίμασε από την αρχή ταμάλες κοτόπουλου και τσαμπουράδο, ένα ζεστό ρόφημα σοκολάτας, ενώ η κόρη της ντυνόταν για την αποφοίτηση. Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας ήρθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ως μικρά παιδιά και έλαβαν προστασία από την απέλαση μέσω του προγράμματος Deferred Action for Childhood Arrivals, το οποίο θεσπίστηκε επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα. Οι γονείς, ωστόσο, δεν κατάφεραν να αποκτήσουν την υπηκοότητα, ενώ η μητέρα ανέφερε ότι δεν έχει λάβει καμία απάντηση για την άδεια εργασίας της.
Στο πορτοφόλι της κρατά διπλωμένη την αίτηση μαζί με μεξικανικά πέσος, τα οποία έχει πάντα επάνω της, ακόμη και μέσα στο σπίτι, σε περίπτωση που εμφανιστούν πράκτορες μετανάστευσης για να τη συλλάβουν. «Αν είναι διατεθειμένοι να σκοτώσουν λευκούς Αμερικανούς πολίτες, τι θα κάνουν σε εμένα;» αναρωτήθηκε, αναφερόμενη στους Πρέτι και Γκουντ.
Ο σύζυγός της, που μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες από το Μεξικό το 1996, είπε ότι δεν υπέβαλε ποτέ αίτηση για υπηκοότητα, θεωρώντας ότι ήταν άπιαστο όνειρο. Είχε ακούσει ιστορίες φίλων και συγγενών που πλήρωσαν χιλιάδες δολάρια σε δικηγόρους και περίμεναν χρόνια για πράσινη κάρτα ή άδεια εργασίας.

Το ζευγάρι, που μεγάλωσε στο ίδιο μεξικανικό χωριό, παντρεύτηκε μόλις το 2023, έχοντας κοινό όραμα για την οικογένειά του: τα παιδιά τους να αποκτήσουν καλή μόρφωση ώστε να μη βιώσουν τις ίδιες οικονομικές δυσκολίες. Ο σύζυγος ξεκίνησε τη ζωή του στο Λος Άντζελες, αλλά τον κατέβαλαν η αιθαλομίχλη και η κίνηση. Άκουσε ότι η Μινεσότα προσέφερε πρόσβαση στη φύση και χαμηλότερη πληθυσμιακή πυκνότητα, στοιχεία που τον προσέλκυσαν.
Καθισμένος στο τραπέζι της τραπεζαρίας ένα παγωμένο απόγευμα του Ιανουαρίου, αστειεύτηκε ότι κάποτε ήθελε οι στάχτες του να σκορπιστούν σε μία από τις λίμνες της Μινεσότα. Τώρα, όμως, είπε ότι ίσως η επιστροφή στο Μεξικό να είναι πιο ασφαλής επιλογή. «Αγαπάμε ακόμη αυτή τη χώρα», ανέφερε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Αλλά με όλα όσα συμβαίνουν, είμαι αποφασισμένος να φύγω».
Το ζευγάρι παρακολουθεί από τα κινητά και την τηλεόραση πράκτορες μετανάστευσης να κατακλύζουν τη χιονισμένη πόλη, συλλαμβάνοντας ανθρώπους που φέρονται να βρίσκονται παράνομα στη χώρα, αλλά και διαδηλωτές που αντιτίθενται στις μεταναστευτικές πολιτικές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Μετά τους θανάτους των Πρέτι και Γκουντ, επικοινώνησαν με συγγενείς στο Μεξικό και στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αρχίσουν να σχεδιάζουν τη μετεγκατάστασή τους.
Παρότι δηλώνουν ότι αντλούν δύναμη από τη στήριξη των διαδηλωτών, εξακολουθούν να φοβούνται ότι θα απομακρυνθούν βίαια από το σπίτι τους χωρίς να προλάβουν να ετοιμάσουν τα πράγματά τους ή να εξασφαλίσουν στέγη για τις δύο μικρότερες κόρες τους, 18 και 19 ετών. «Είμαι εδώ 30 χρόνια. Πόσοι πρόεδροι έχουν υπάρξει αυτό το διάστημα;» είπε ο πατέρας, προσθέτοντας ότι δεν έχει ξαναδεί κάτι παρόμοιο.
Οι μέρες μοιάζουν ίδιες μεταξύ τους, όπως είπε η μητέρα: φαγητό, τηλεόραση, ύπνος και ξανά από την αρχή. Ωστόσο, το ζευγάρι κοιμάται ελάχιστα, σε διαρκή εγρήγορση μήπως εμφανιστεί η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων. Η μητέρα υποφέρει από συχνούς πονοκεφάλους, τους οποίους αποδίδει στην έλλειψη καθαρού αέρα, ενώ ο σύζυγος, που έχει διαβήτη, λαμβάνει την ινσουλίνη του απευθείας από τον γιατρό του, ο οποίος, όπως είπε, δείχνει κατανόηση.

Ιδανικά, το ζευγάρι θα ήθελε να έχει δύο ή τρία ακόμη χρόνια για να αποταμιεύσει περισσότερα χρήματα πριν επιστρέψει στο Μεξικό, όπου η μητέρα εξακολουθεί να διαθέτει ένα μικρό σπίτι. Ο σύζυγος δηλώνει βέβαιος ότι μπορεί να ανοίξει μια αντίστοιχη επιχείρηση εκεί και εκφράζει την ενόχλησή του στη σκέψη ότι θα αφήσει πίσω ακριβό εξοπλισμό, αξίας αρκετών χιλιάδων δολαρίων.
Όπως συμβαίνει σε πολλές μεξικανοαμερικανικές οικογένειες, κάθε παιδί μιλά ισπανικά σε διαφορετικό επίπεδο. Ο γιος χρησιμοποιεί τη γλώσσα όλο και λιγότερο, ενώ η μεγαλύτερη κόρη έχει σταματήσει εντελώς, σύμφωνα με τον πατέρα. Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά στηρίζουν την καταστολή της παράτυπης μετανάστευσης και οι σχέσεις τους με τους γονείς έχουν επιδεινωθεί. Αντίθετα, οι δύο μικρότερες κόρες προτιμούν να μιλούν ισπανικά ακόμη και με τους φίλους τους. «Δείχνουν Μεξικανές και ακούγονται Μεξικανές», είπε η μητέρα. «Φοβάμαι ότι θα τις μαζέψει η ICE».
Στο σαλόνι, καθώς διόρθωνε το μακιγιάζ της, η απόφοιτη έμοιαζε με κάθε άλλο κορίτσι της ηλικίας της που ετοιμάζεται για μια σημαντική στιγμή. Η μητέρα της ίσιωσε μια τούφα από τα μαλλιά της και τακτοποίησε τη μικρή αλυσίδα με τον σταυρό στον λαιμό της. Όταν ρωτήθηκε για τα σχέδιά της μετά την αποφοίτηση, η κοπέλα είπε ότι σκέφτεται να ενταχθεί στην Εθνοφρουρά, καθώς οι γονείς στρατιωτικών μπορούν δυνητικά να αποκτήσουν υπηκοότητα ή νομικό καθεστώς μέσω ειδικών προγραμμάτων.
Όποιον δρόμο κι αν επιλέξει, ο πατέρας της είναι βέβαιος για ένα πράγμα. «Ήρθα εδώ για να τους δώσω μια διαφορετική ζωή», είπε. «Και τώρα την έχουν».














