Ένας 83χρονος συνταξιούχος μαχαίρωσε 11 φορές τον 65χρονο ανιψιό του και στη συνέχεια έβαλε φωτιά στο σπίτι της νεκρής αδελφής του, με αφορμή διαφωνία για κληρονομιά ύψους 20.000 λιρών.
Ο Άλαν Γουότον, ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα με την καρδιά του και χρησιμοποιεί ακουστικό βαρηκοΐας, καταδικάστηκε για τη δολοφονία του ανιψιού του, Άντριου Έιβερι. Το έγκλημα σημειώθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2024, στο Γκόσπορτ του Χάμπσαϊρ, όταν ο Έιβερι είχε πάει στο σπίτι για να βοηθήσει τον θείο του να μετακομίσει.
Ο Γουότον, ο οποίος τότε ήταν 81 ετών, διέμενε στο σπίτι της αδελφής του, Τζουν, μετά τον θάνατό της. Η οικογένεια, όμως, πούλησε το ακίνητο και ο Έιβερι είχε φροντίσει ώστε να αγοραστεί ένα διαμέρισμα για τον θείο του, προκειμένου να έχει πού να μείνει. Ο ηλικιωμένος φέρεται να ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος επειδή έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι, αλλά και επειδή πίστευε ότι ο ανιψιός του παρακρατούσε 20.000 λίρες που η μητέρα του, Τζουν, του είχε αφήσει στη διαθήκη της.
Την ημέρα της δολοφονίας, ο Έιβερι πήγε στο σπίτι για να βοηθήσει τον θείο του με τη μετακόμιση. Εκεί ο Γουότον του επιτέθηκε με ένα μαχαίρι κουζίνας, προκαλώντας του συνολικά 11 τραύματα: επτά στον κορμό και τέσσερα στο αριστερό πόδι. Στη συνέχεια έβαλε φωτιά στο εσωτερικό του σπιτιού και εγκατέλειψε τον ανιψιό του μέσα στο γεμάτο καπνό κτίριο. Οι ερευνητές της Πυροσβεστικής εντόπισαν τρεις διαφορετικές εστίες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η φωτιά είχε προκληθεί σκόπιμα. Περαστικοί αντιλήφθηκαν τον καπνό και ειδοποίησαν τις Αρχές.
Ο Γουότον, ωστόσο, υποστήριξε ότι ενήργησε σε αυτοάμυνα. Σε βίντεο από την κάμερα σώματος αστυνομικού, φαίνεται να ανακρίνεται φορώντας μάσκα οξυγόνου και να υποστηρίζει ότι ο ανιψιός του «είχε τα μαχαίρια». Όταν ρωτήθηκε πώς τραυματίστηκε ο Έιβερι, απάντησε: «Του το γύρισα, τον μπάσταρδο», αναφερόμενος στo μαχαίρι.
OAP, 83, stabbed nephew 11 times and torched house over £20k inheritance row pic.twitter.com/TqX1cy4Xob
— Mirror Breaking News (@MirrorBreaking_) September 1, 2026
Στο δικαστήριο του Πόρτσμουθ παραδέχτηκε την κατηγορία του εμπρησμού, αλλά αρνήθηκε ότι διέπραξε φόνο, επιμένοντας στην εκδοχή της αυτοάμυνας. Η εισαγγελία, αντίθετα, υποστήριξε ότι ο Γουότον ήταν «ο επιτιθέμενος και ο δράστης» και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να αμυνθεί.
Η εισαγγελέας, Τζόντι Μίτελ KC, ανέφερε ότι ο Έιβερι είχε ουσιαστικά αναλάβει να φροντίσει τον θείο του και να εξασφαλίσει το μέλλον του. Είχε δανειστεί 84.000 λίρες και είχε διαθέσει περίπου 40.000 λίρες από δικά του χρήματα για την αγορά του νέου διαμερίσματος στο όνομά του.
«Ήθελε να φροντίσει τον θείο του, επειδή αυτό θα ήθελε και η μητέρα του», κατέθεσε ο Πόρτοκ, ο οποίος είχε παντρευτεί τον Έιβερι μόλις τον Αύγουστο του 2024, τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του.
Η εισαγγελία εκτίμησε ότι το κίνητρο του Γουότον ήταν η απροθυμία του να φύγει από το σπίτι της αδελφής του και η πεποίθησή του ότι ο ανιψιός του προσπαθούσε να του στερήσει τα χρήματα της κληρονομιάς. Ο ίδιος είπε στην αστυνομία ότι ο Έιβερι ήθελε να βάλει τις 20.000 λίρες στο δικό του όνομα, ώστε οι τόκοι να χρησιμοποιούνται για την πληρωμή δημοτικών φόρων και λογαριασμών του θείου του. Ο Γουότον θεώρησε ότι ο ανιψιός του προσπαθούσε να του «κλέψει» τα χρήματα.
Μετά την άφιξη των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, ο ηλικιωμένος φέρεται να είπε ότι ο ανιψιός του «δεν ήταν αρκετά άνδρας» και ότι τον είχε χτυπήσει στο στόμα, του είχε πάρει το μαχαίρι και στη συνέχεια τον είχε «τελειώσει».
Αργότερα, μετά τη σύλληψή του ως υπόπτου για φόνο, περιέγραψε στις Αρχές ότι «κέρδιζε τη μάχη» και παραδέχτηκε ότι μαχαίρωσε τον ανιψιό του αρκετές φορές στο πόδι, αποκαλώντας τον παράλληλα «κλέφτη μπάσταρδο».
Όταν οι αστυνομικοί τον ρώτησαν αν σκόπευε να σκοτώσει τον ανιψιό του, η απάντησή του ήταν: «Μάλλον, ναι».
Ο Γουότον θα επιστρέψει στο δικαστήριο του Πόρτσμουθ στις 22 Οκτωβρίου, όταν και θα του επιβληθεί η ποινή του, σύμφωνα με τη βρετανική Daily Mail.












